Άρθρο 1.
’Αντικείμενο.
1.Με την επιφύλαξη της ισχύος των Διεθνών Συμβάσεων Εργασίας που έχουν κυρωθεί, ο νόμος αυτός κατοχυρώνει τα συνδικαλιστικά δικαιώματα των εργαζομένων και ρυθμίζει την ίδρυση, οργάνωση, λειτουργία και δράση των συνδικαλιστικών οργανώσεών τους. Για την εφαρμογή αυτού του νόμου εργαζόμενοι είναι όσοι απασχολούνται με σχέση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου (μισθωτοί), στους οποίους περιλαμβάνονται και οι εργαζόμενοι στο δημόσιο ή Ν.Π.Δ.Δ. ή Ο.Τ.Α.
Ειδικά για τις οργανώσεις του νόμου αυτού οι διατάξεις του Α.Κ. και του Εισ. Ν.Α.Κ. ισχύουν όπως τροποποιούνται ή συμπληρώνονται με αυτόν.
2.Δεν εφαρμόζεται ο νόμος αυτός:
α)Για τις δημοσιογραφικές οργανώσεις, εκτός από τις διατάξεις των άρθρων 12, 14, 15, 19, 20 με εξαίρεση το εδάφιο γ΄ της παρ. 1, 21, 22, 23 και 26.
β)Για τις ναυτεργατικές οργανώσεις. Γι’ αυτές μέχρις ότου ψηφιστεί και δημοσιευτεί ειδικός νόμος, θα εξακολουθήσει να εφαρμόζεται το ισχύον σήμερα νομικό καθεστώς.
Δεν υπάγονται στις διατάξεις του νόμου αυτού επαγγελματικές οργανώσεις που συνιστώνται με νόμο ως νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου.
3.Οι συνδικαλιστικές οργανώσεις διακρίνονται σε πρωτοβάθμιες, δευτεροβάθμιες και τριτοβάθμιες.
α)Πρωτοβάθμιες συνδικαλιστικές οργανώσεις είναι:
αα)τα σωματεία, ββ)τα τοπικά παραρτήματα συνδικαλιστικών οργανώσεων ευρύτερης περιφέρειας ή πανελλαδικής έκτασης, που προβλέπονται από τα καταστατικά τους και μόνο για το δικαίωμα να γίνουν μέλη του αντίστοιχου εργατικού κέντρου.
γγ)Οι ενώσεις προσώπων, μία για κάθε εκμετάλλευση, επιχείρηση, δημόσια υπηρεσία, Ν.Π.Δ.Δ. ή Ο.Τ.Α., που συνιστούν 10 τουλάχιστο εργαζόμενοι με ιδρυτική πράξη την οποία καταθέτουν στο γραμματέα του αρμόδιου Ειρηνοδικείου και κοινοποιούν στον εργοδότη, εφόσον ο συνολικός αριθμός των εργαζομένων δεν υπερβαίνει τους 40 και δεν υπάρχει σωματείο με τους μισούς τουλάχιστο ως μέλη του. Εάν, μετά την τυχόν σύσταση της ένωσης προσώπων, πάψει να συντρέχει μία από τις πιο πάνω προϋποθέσεις, η ένωση προσώπων διαλύεται, χωρίς άλλη διατύπωση. Η ιδρυτική πράξη της ένωσης προσώπων πρέπει να αναφέρει απαραίτητα το σκοπό της, δύο εκπροσώπους της και τη διάρκειά της που δεν υπερβαίνει το εξάμηνο.
Για τις ενώσεις προσώπων εκτός από το άρθρο 20 παρ. 1 εδάφιο γ΄ εφαρμόζονται ανάλογα και οι διατάξεις για τα σωματεία των άρθρων 3 παρ. 1α, 7 παρ. 1, 5, 6, 7 και 8 του νόμου αυτού.
Για την εκλογή των εκπροσώπων της ένωσης προσώπων επιμελείται τριμελής εφορευτική επιτροπή.
β)Δευτεροβάθμιες συνδικαλιστικές οργανώσεις είναι οι Ομοσπονδίες και τα Εργατικά Κέντρα. Οι Ομοσπονδίες είναι ενώσεις δύο (2) τουλάχιστο σωματείων του ίδιου ή συναφών κλάδων οικονομικής δραστηριότητος ή του ίδιου ή συναφών επαγγελμάτων.
Τα Εργατικά Κέντρα είναι ενώσεις 2 τουλάχιστο σωματείων και τοπικών παραρτημάτων που έχουν την έδρα τους μέσα στην περιφέρεια του αντίστοιχου Εργατικού Κέντρου ανεξάρτητα από τον τόπο απασχόλησης των μελών τους.
γ)Τριτοβάθμιες συνδικαλιστικές οργανώσεις (συνομοσπονδίεστ) είναι ενώσεις Ομοσπονδιών και Εργατικών Κέντρων.
Άρθρο 2.
Καταχώριση συνδικαλιστικών οργανώσεων.
1.Σε κάθε Πρωτοδικείο τηρείται ειδικό βιβλίο συνδικαλιστικών οργανώσεων στο οποίο καταχωρίζονται τα στοιχεία του άρθρ. 81 Α.Κ., ο αριθμός της δικαστικής απόφασης που εγκρίνει ή τροποποιεί το καταστατικό της οργάνωσης και σημειώνεται η ενδεχομένη διάλυσή της.
Μετά την εγγραφή στο παραπάνω βιβλίο επέρχονται τα αποτελέσματα του άρθρ. 83 Α.Κ.
2.Σε κάθε Πρωτοδικείο τηρείται φάκελλος που περιέχει το καταστατικό κάθε συνδικαλιστικής οργάνωσης και τις τροποποιήσεις του καθώς και τα έγγραφα που αναφέρονται στο άρθρο 13 παρ. 2 του νόμου αυτού.
3.Αντίγραφα των παραπάνω εγγράφων και βεβαιώσεις για στοιχεία που αναφέρονται στην παρ. 1 του άρθρου αυτού χορηγούνται από τον Γραμματέα του Πρωτοδικείου σε όποιον έχει έννομο συμφέρον.
Άρθρο 3.
Βιβλία συνδικαλιστικών οργανώσεων.
1.Οι συνδικαλιστικές οργανώσεις τηρούν τα ακόλουθα βιβλία, που αριθμούνται και θεωρούνται από το Γραμματέα του Πρωτοδικείου της έδρας τους πριν αρχίσουν να χρησιμοποιούνται:
α)Μητρώου μελών, όπου αναγράφονται αριθμημένα το ονοματεπώνυμο, το επάγγελμα, η διεύθυνση κατοικίας, ο αριθμός του δελτίου ταυτότητας, ο αριθμός του εκλογικού συνδικαλιστικού βιβλιαρίου και μέχρι την έκδοσή του ο αριθμός του ασφαλιστικού βιβλιαρίου υγείας, το Ταμείο ασφάλισης
και οι χρονολογίες εγγραφής και διαγραφής κάθε μέλους. Προκειμένου για νομικά πρόσωπα αναγράφονται η επωνυμία, η έδρα, οι αριθμοί και οι χρονολογίες των δικαστικών αποφάσεων έγκρισης ή τροποποίησης των καταστατικών τους, οι χρονολογίες εγγραφής και διαγραφής τους, ο αριθμός των γραμμένων μελών τους και αυτών που πήραν μέρος στις τελευταίες εκλογές.
β)Πρακτικών συνεδριάσεων Γενικών Συνελεύσεων των μελών.
γ)Πρακτικών συνεδριάσεων διοίκησης.
δ)Ταμείου, όπου καταχωρίζονται κατά χρονολογική σειρά όλες οι εισπράξεις και πληρωμές.
ε)Περιουσίας, όπου καταγράφονται όλα τα κινητά και ακίνητα περιουσιακά στοιχεία της οργάνωσης.
2.Γραμμάτια εισπράξεων αριθμούνται και θεωρούνται από την Ελεγκτικήν Επιτροπήν, πριν από τη χρησιμοποίησή τους.
3.Τα μέλη της οργάνωσης και όποιος άλλος έχει έννομο συμφέρον έχουν το δικαίωμα να πληροφορούνται τα παραπάνω στοιχεία.
Άρθρο 4.
Σκοποί συνδικαλιστικών οργανώσεων.
1.Οι συνδικαλιστικές οργανώσεις έχουν σκοπό τη διαφύλαξη και προαγωγή των εργασιακών, οικονομικών, ασφαλιστικών, κοινωνικών και συνδικαλιστικών συμφερόντων των εργαζομένων.
2.Οι συνδικαλιστικές οργανώσεις απαγορεύεται ν’ ασκούν κερδοσκοπική δραστηριότητα, μπορούν όμως χωρίς επιδίωξη κέρδους να συνιστούν καταναλωτικούς ή πιστωτικούς συνεταιρισμούς ή να διατηρούν εντευκτήρια και βιβλιοθήκες και να παρέχουν μαθήματα επιμόρφωσης των μελών τους.
Μπορούν επίσης να δημιουργούν ειδικά κεφάλαια για την εξυπηρέτηση ορισμένων έκτακτων σκοπών αλληλεγγύης και αλληλοβοήθειας των μελών τους.
3.Οι συνδικαλιστικές οργανώσεις για την πραγματοποίηση των σκοπών τους δικαιούνται μεταξύ άλλων:
α)Ν’ αναφέρονται στις διοικητικές και άλλες αρχές για κάθε ζήτημα που αφορά τους σκοπούς τους, τα μέλη τους, τις εργασιακές και γενικότερα επαγγελματικές σχέσεις και τα συμφέροντα των μελών τους.
β)Να καταγγέλουν και να εγκαλούν στις διοικητικές και δικαστικές αρχές τις παραβιάσεις της εργατικής και ασφαλιστικής νομοθεσίας και των κανονισμών ή οργανισμών που αφορούν τις ίδιες ή τα μέλη τους.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β’.
ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΑΠΌ ΤΕΛΕΙΑ
Άρθρο 5.
1.Πόροι των συνδικαλιστικών οργανώσεων είναι:
α)Τα δικαιώματα εγγραφής, οι συνδρομές και οι εθελοντικές εισφορές των μελών.
β)Τα εισοδήματα από την αξιοποίηση της περιουσίας της οργάνωσης.
γ)Τα έσοδα δωρεών, κληρονομιών, κληροδοσιών ως και διαφόρων εκδηλώσεων και εορτών.
2.Ο τρόπος καθορισμού και το ύψος του δικαιώματος εγγραφής και των συνδρομών ορίζονται από το καταστατικό της οργάνωσης.
3.Οι δωρεές και οι επιχορηγήσεις προς συνδικαλιστικές οργανώσεις γίνονται πάντοτε επώνυμα.
4.Απαγορεύεται να δέχονται οι συνδικαλιστικές οργανώσεις εισφορές κι ενισχύσεις, από εργοδότες ή οργανώσεις τους, καθώς και από κομματικούς οργανισμούς ή άλλες πολιτικές οργανώσεις.
Από την παραπάνω απαγόρευση εξαιρούνται παροχές του εργοδότη για την εξυπηρέτηση κοινωφελών σκοπών της μοναδικής πρωτοβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης, στην οποία ανήκουν οι εργαζόμενοι σ’ αυτόν, ή, εφόσον υπάρχουν περισσότερες, ισομερώς σε όλες.
5.Η περιουσία του σωματείου, που χρειάζεται για τη στοιχειώδη λειτουργία του, είναι ακατάσχετη.
Άρθρο 6.
Είσπραξη εισφορών.
1.Οι πρωτοβάθμιες συνδικαλιστικές οργανώσεις έχουν δικαίωμα να εισπράττουν τα δικαιώματα εγγραφής, τις συνδρομές και γενικά τις εισφορές των μελών τους και μέσα στο χώρο εργασίας, εκτός χρόνου απασχόλησης. Ο χρόνος αυτός είναι εκείνος που στη διάρκειά του ο εργαζόμενος δεν οφείλει να προσφέρει τις υπηρεσίες του στον εργοδότη.
2.Οι συνδικαλιστικές οργανώσεις έχουν δικαίωμα να εισπράττουν τις συνδρομές των μελών τους με σύστημα παρακράτησης και απόδοσης από τον εργοδότη, του οποίου οι λεπτομέρειες καθορίζονται με Εθνική Γενική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας ή όμοιας έκτασης απόφαση διαιτησίας.
3.Αν μέσα σέ 3 μήνες άιπό τήν ισχύ τού νόμου1 αυτού δεν υπογράφει σχετική Εθνική Γενική Συλλογική Σύμβαση Έργασίας ή δέν έκιδο’$εί όμοιας έ’κτασης άίποφαση τής διαιτησίας, με Π.Δ. πού εκδίδεται μέ πρόταση τού ‘Υπουργού Εργασίας υστέρα άπό γνώίμη έκπροσωιπευτικών οργανώσεων εργαζομένων καί εργοδοτών, ρυθμίζεται προσωρινά τό σύστημα τής .είσπραξης καί απόβασης τών πιο πάνω εισφορών άπό τούς έργοδό’τες, μέχρι τή σύναψη τής σχετικής ΕΓΣΣΈ ή τήν έ’κδοση απόφασης διαιτησίας.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ’.
ΟΡΓΑΝΩΣΗ – ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ – ΔΙΟΙΚΗΣΗ
Άρθρο 7.
Μέλη συνδικαλιστικών οργανώσεων.
1.Κάθε εργαζόμενος, που έχει συμπληρώσει ένα δίμηνο μέσα στον τελευταίο χρόνο στην επιχείρηση ή εκμετάλλευση ή τον κλάδο απασχόλησής του, έχει δικαίωμα να γίνει μέλος μιας οργάνωσης της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης και μιας του επαγγελματικού κλάδου απασχόλησής του, εφόσον έχει τις νόμιμες προϋποθέσεις των καταστατικών τους.
Ανήλικοι και αλλοδαποί, εργαζόμενοι νόμιμα μπορούν να είναι μέλη συνδικαλιστών οργανώσεων.
Αν δεν ορίζει διαφορετικά το καταστατικό, διαγράφεται το μέλος της συνδικαλιστικής οργάνωσης: 1)που, χωρίς να συντρέχει ανώτερη βία, δεν πήρε μέρος στις δύο τελευταίες εκλογές για τη διοίκηση, 2)που πριν έξι (6) μήνες έχει πάψει με τη θέλησή του να απασχολείται στην επιχείρηση ή στον επαγγελματικό κλάδο απασχόλησής του, εκτός εάν τούτο οφείλεται στην εκλογή του στο Κοινοβούλιο ή την Τοπική Αυτοδιοίκηση.
2.Κάθε σωματείο έχει το δικαίωμα να γίνει μέλος της αντίστοιχης Ομοσπονδίας και του αντίστοιχου Εργατικού Κέντρου. Κάθε τοπικό παράρτημα σωματείου ευρύτερης περιφέρειας ή πανελλαδικής έκτασης μπορεί να γίνει μέλος του αντίστοιχου Εργατικού Κέντρου, ύστερα από απόφαση της διοίκησης του σωματείου.
Κάθε σωματείο ευρύτερης περιφέρειας ή πανελλαδικής έκτασης που ανήκει στο Εργατικό Κέντρο της περιφέρειας στην οποία βρίσκεται η έδρα του εκπροσωπείται στην συνέλευση του Εργατικού Κέντρου για το σύνολο των μελών του, αφού αφαιρεθούν μέλη τοπικών παραρτημάτων, που τυχόν υπάρχουν και έχουν εγγραφεί σε άλλα Εργατικά Κέντρα.
3.Κάθε Ομοσπονδία και κάθε Εργατικό Κέντρο έχει το δικαίωμα να γίνει μέλος μιας συνομοσπονδίας.
4.Διάταξη καταστατικού συνδικαλιστικής οργάνωσης που απαγορεύει τη συμμετοχή μελών της σε άλλη οργάνωση είναι ισχυρή.
5.Εργαζόμενος ή πρωτοβάθμια ή δευτεροβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση εγγράφεται στην αντίστοιχη οργάνωση μετά από αίτηση που υποβάλλει στο αρμόδιο ν’ αποφασίσει όργανο. Το όργανο του το αποφασίζει στην πρώτη μετά την υποβολή της αίτησης συνεδρίασή του.
6.Εάν το αρμόδιο να αποφασίσει την εγγραφή όργανο της συνδικαλιστικής οργάνωσης απορρίψει την αίτηση ή μέσα σε ένα μήνα από την υποβολή της για πρωτοβάθμια οργάνωση και Εργατικό Κέντρο και σε δύο μήνες για Ομοσπονδία και τριτοβάθμια οργάνωση δεν έχει γνωστοποιηθεί απόφαση του οργάνου για αποδοχή ή απόρριψη της αίτησης στον αιτούντα, αυτός έχει δικαίωμα να προσφύγει στο αρμόδιο Ειρηνοδικείο και να ζητήσει την εγγραφή, κατά τη διαδικασία των άρθρων 663 και επ. του Κ.Πολ. Δ.
Ο εργαζόμενος ή η οργάνωση, από την κοινοποίηση της απόφασης του Ειρηνοδικείου που διατάζει την εγγραφή, γίνεται χωρίς άλλη διατύπωση μέλος της αντίστοιχης οργάνωσης. Το δικαστήριο μπορεί να διατάξει ως ασφαλιστικό μέτρο την προσωρινή εγγραφή του αιτούντα, ύστερα από αίτησή του.
7.Ύστερα από αίτηση μελών της συνδικαλιστικής οργάνωσης ή υπερκειμένης της και εφόσον το αρμόδιο για την εγγραφή νέων μελών όργανο εντελώς αδικαιολόγητα και κατά παράβαση των αρχών της καλής πίστης αρνείται την εγγραφή νέων μελών, το Ειρηνοδικείο με τη διαδικασία των άρθρων 663 και επ. του Κ.Πολ.Δ. κηρύσσει έκπτωτη τη διοίκηση της οργάνωσης. Στην περίπτωση αυτή το αρμόδιο δικαστήριο διορίζει κατά το άρθρο 69 του Α.Κ. προσωρινή διοίκηση στην οποία αναθέτει το έργο της εγγραφής νέων μελών και της διενέργειας εκλογών για ανάδειξη νέας διοίκησης της οργάνωσης μέσα σε δύο μήνες από το διορισμό της για τις πρωτοβάθμιες και τέσσερις μήνες για τις λοιπές οργανώσεις.
Άρθρο 8.
Συνέλευση μελών – ’Απαρτία -Λήψη -Προσβολή αποφάσεων.
1.Η Συνέλευση των μελών της συνδικαλιστικής οργάνωσης συγκαλείται κατά τους όρους των άρθρων 95 και 96 του Α.Κ. και αποφασίζει για όλα τα θέματα που αφορούν την οργάνωση εκτός αν κατά το καταστατικό υπάγονται στην αρμοδιότητα άλλου οργάνου της.
2.Με επιφύλαξη των άρθρων 99 και 100 Α.Κ. όπως και κάθε άλλης διάταξης με την οποία προβλέπεται ειδική απαρτία και εφόσον το καταστατικό δεν ορίζει διαφορετικά, για να γίνει συζήτηση και για να ληφθεί απόφαση, κατά τις Συνελεύσεις, απαιτείται η παρουσία τουλάχιστο του ενός τρίτου (1/3) των οικονομικά τακτοποιημένων μελών. Αν δεν υπάρχει απαρτία κατά την πρώτη συζήτηση συγκαλείται νέα συνέλευση μέσα σε 2 μέχρι 15 μέρες κατά την οποία απαιτείται η παρουσία τουλάχιστο του ενός τετάρτου (1/4) των οικονομικά τακτοποιημένων μελών.
Εάν δεν υπάρξει απαρτία κατά τη δεύτερη συνέλευση, συγκαλείται μέσα σε 2 μέχρι 15 μέρες τρίτη κατά την οποία είναι αρκετή η παρουσία του 1/5 των οικονομικά τακτοποιημένων μελών.
Απαγορεύεται η συμμετοχή στις Συνελεύσεις και στις ψηφοφορίες με οποιουδήποτε είδους εξουσιοδότηση.
3.Η Γενική Συνέλευση αποφασίζει πάντοτε με ψηφοφορία, ποτέ όμως δια βοής.
Είναι μυστική κάθε ψηφοφορία που αναφέρεται σε εκλογές διοικητικού συμβουλίου, ελεγκτικής και εφορευτικής επιτροπής και αντιπροσώπων σε δευτεροβάθμια και τριτοβάθμια οργάνωση, επιλογή δευτεροβάθμιας οργάνωσης για αντιπροσώπευση στην τριτοβάθμια, θέματα εμπιστοσύνης προς τη διοίκηση, έγκριση λογοδοσίας, προσωπικά ζητήματα και κήρυξη απεργίας.
Οι αποφάσεις της Συνέλευσης, αν δεν ορίζεται διαφορετικά στο καταστατικό, λαμβάνονται με σχετική πλειοψηφία των παρόντων.
Σε κάθε περίπτωση μυστικής ψηφοφορίας, αν για την απαρτία της Συνέλευσης είναι αρκετή η παρουσία ως και τους ενός τετάρτου (1/4) των μελών, είναι δε παρόντα τόσα μέλη όσα να καλύπτουν τον ελάχιστον αυτόν αριθμό, απαιτείται πλειοψηφία των τριών τετάρτων (3/4) των παρόντων.
Απόφαση Συνέλευσης μπορεί να ακυρωθεί αν στη Συνέλευση παραβρέθηκαν πρόσωπα που δεν ήταν μέλη της συνδικαλιστικής οργάνωσης και η παρουσία τους μπορούσε να επηρεάσει το αποτέλεσμα.
Σε περίπτωση που με απόφαση της διοίκησης συνδικαλιστικής οργάνωσης ή μετά από αίτηση του 1/10 των οικονομικά τακτοποιημένων μελών της συγκληθεί Γενική Συνέλευση για να αποφασίσει την ενοποίησή της με άλλη ομοιοεπαγγελματική οργάνωση, ισχύουν χωρίς την επιφύλαξη των άρθρων 99 και 100 Α.Κ. όσα καθορίζονται παραπάνω στις παρ. 2 και 3 του άρθρου αυτού. Η Συνέλευση αυτή αποφασίζει και για την εκχώρηση των περιουσιακών στοιχείων στην ενιαία οργάνωση που θα προκύψει από την ενοποίηση.
4.Αίτηση για την αναγνώριση ακυρότητας απόφασης Συνέλευσης υποβάλλεται μέσα σε αποκλειστική προθεσμία 30 ημερών από τη λήξη της Συνέλευσης στο Ειρηνοδικείο της περιφέρειας που εδρεύει η συνδικαλιστική οργάνωση.
Η σχετική αίτηση πρέπει να υποβάλλεται για τις πρωτοβάθμιες συνδικαλιστικές οργανώσεις από το 1/50 τουλάχιστο των οικονομικά τακτοποιημένων μελών και για τις λοιπές, αποκλειστικά από οποιαδήποτε συνδικαλιστική οργάνωση που μετέχει, οικονομικά τακτοποιημένη, κατά τη συζήτηση της αίτησης.
Η απόφαση του Ειρηνοδικείου είναι δυνατό να εκκληθεί στο Μονομελές Πρωτοδικείο μέσα σε δέκα μέρες από την επίδοσή της.
Άρθρο 9.
Διοικητικά Συμβούλια Ελεγκτικές Επιτροπές Αντιπρόσωποι
1.Η διοίκηση της συνδικαλιστικής οργάνωσης συγκροτείται όπως ορίζει το καταστατικό. Οι ιδιότητες του Προέδρου, Αντιπροέδρου, Γεν. Γραμματέα ή Ταμία δεν επιτρέπεται να συμπίπτουν στο ίδιο πρόσωπο.
Η θητεία των διοικητικών οργάνων δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερη από 3 χρόνια.
2.Σε κάθε συνδικαλιστική οργάνωση εκλέγεται απ’ τη Γενική Συνέλευση των μελών της ελεγκτική επιτροπή, κατά το καταστατικό της.
Ο αριθμός των μελών της και ο τρόπος λειτουργίας της ορίζονται απ’ το καταστατικό της οργάνωσης. Η διάρκεια της θητείας των ελεγκτικών επιτροπών ακολουθεί πάντοτε τη θητεία του διοικητικού συμβουλίου. Οι εκλογές για διοικητικό συμβούλιο και ελεγκτική επιτροπή γίνονται ταυτόχρονα.
Αρμοδιότητα της ελεγκτικής επιτροπής είναι η παρακολούθηση και ο έλεγχος του διοικητικού συμβουλίου ως προς την οικονομικήν διαχείριση της οργάνωσης.
3.Η Συνέλευση των μελών κάθε πρωτοβάθμιας οργάνωσης εκλέγει τους αντιπροσώπους της για την Ομοσπονδία και το Εργατικό Κέντρο στα οποία συμμετέχει.
Η Συνέλευση κάθε Ομοσπονδίας και κάθε Εργατικού Κέντρου εκλέγει τους αντιπροσώπους της για τη Συνομοσπονδία στην οποία συμμετέχει.
Ο αριθμός των αντιπροσώπων σε κάθε δευτεροβάθμια ή τριτοβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση ορίζεται με το ίδιο μέτρο για όλες τις οργανώσεις, που συμμετέχουν στην δευτεροβάθμια ή τριτοβάθμια οργάνωση. Ο σχετικός υπολογισμός γίνεται με βάση τον αριθμό των μελών που ψήφισαν για την ανάδειξη των αντιπροσώπων στην πρωτοβάθμια οργάνωση.
Σε περίπτωση που προκύπτει κλάσμα μεγαλύτερο από το μισό του αριθμού που αποτελεί το μέτρο, προστίθεται ένας ακόμη αντιπρόσωπος. Δεν αντιπροσωπεύεται η οργάνωση που δεν καλύπτει τουλάχιστο το μισό του μέτρου.
Σωματεία, των οποίων η αριθμητική δύναμη λόγω της ιδιομορφίας τους καθορίζεται από ειδικό νόμο ή ειδική επιτροπή που είναι ΝΠΔΔ, μπορούν να αντιπροσωπεύονται στις δευτεροβάθμιες οργανώσεις ανεξάρτητα εάν τα μέλη τους είναι λιγότερα από το μισό του μέτρου που προβλέπει το καταστατικό της δευτεροβάθμιας οργάνωσης.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ’.
ΕΚΛΟΓΙΚΕΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΕΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΕΣ
Άρθρο 10.
’Εκλογές.
1.α)Οι εργαζόμενοι, μέλη των πρωτοβαθμίων συνδικαλιστών οργανώσεων, εκλέγουν τα διοικητικά συμβούλια και τις ελεγκτικές επιτροπές και αντιπροσώπους στις δευτεροβάθμιες οργανώσεις και εκλέγονται επίσης εφόσον έχουν εκπληρώσει τις οικονομικές υποχρεώσεις, που προβλέπονται από τα καταστατικά τους.
β)Τα μέλη των πρωτοβάθμιων συνδικαλιστικών οργανώσεων δικαιούνται να ψηφίσουν αντιπροσώπους, μόνο για μία Ομοσπονδία και ένα Εργατικό Κέντρο. Αν ανήκουν σε δύο οργανώσεις επιλέγουν τη μία απ’ αυτές, για ν’ ασκήσουν το δικαίωμά τους αυτό, με δήλωσή τους προς τον πρόεδρο της εφορευτικής επιτροπής των εκλογών. Η δήλωση αυτή δεσμεύει τον εργαζόμενο για όλο το χρόνο της θητείας των αντιπροσώπων που ψήφισε και της θητείας των οργάνων που ψήφισαν οι αντιπρόσωποι της οργάνωσής του.
2.α)Κάθε πρωτοβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση συμμετέχει με τους αντιπροσώπους της στην εκλογή των οργάνων της διοίκησης της Ομοσπονδίας και του Εργατικού Κέντρου, που ανήκει, και εφόσον έχει εκπληρώσει τις οικονομικές υποχρεώσεις, που προβλέπονται από τα καταστατικά τους.
β)Οι πρωτοβάθμιες συνδικαλιστικές οργανώσεις αντιπροσωπεύονται στη τριτοβάθμια δια μέσου μιάς μόνο δευτεροβάθμιας οργάνωσης.
Η Γενική Συνέλευση των μελών κάθε πρωτοβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης αποφασίζει αν η αντιπροσώπευσή της στην τριτοβάθμια θα γίνει δια μέσου του Εργατικού Κέντρου ή δια μέσου της Ομοσπονδίας, που τυχόν ανήκει.
Για την απόφαση της Γενικής Συνέλευσης αρκεί η σχετική πλειοψηφία των παρόντων μελών και η σχετική μυστική ψηφοφορία γίνεται στην ίδια συνεδρίαση της Γενικής Συνέλευσης και αμέσως μετά την εκλογή της εφορευτικής επιτροπής, για την εκλογή αντιπροσώπων.
Την απόφαση αυτή και πίνακα των αντιπροσώπων ανακοινώνει με έγγραφό του ο Πρόεδρος της εφορευτικής επιτροπής και στις δύο δευτεροβάθμιες οργανώσεις, που τυχόν μετέχει η οργάνωση, καθώς επίσης στην αντίστοιχη τριτοβάθμια. Ταυτόχρονα στις ίδιες υπερκείμενες οργανώσεις αποστέλλει ο δικαστικός αντιπρόσωπος αντίγραφο του μητρώου, που αναφέρεται στην παρ. 2 του άρθρ. 6 του Ν.Δ. 4361/1964, με τα πρόσθετα στοιχεία που αναφέρονται στο άρθρο 3 παρ. 1 εδάφιοα’ του παρόντος νόμου.
Η παραπάνω δέσμευση της συνδικαλιστικής οργάνωσης ισχύει για όλο το χρόνο της θητείας των αντιπροσώπων που ψήφισαν οι αντιπρόσωποί της στη δευτεροβάθμια οργάνωση που επέλεξε.
3.Κάθε δευτεροβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση εκλέγει αντιπροσώπους μόνο για μία τριτοβάθμια.
4.Οι αντιπρόσωποι στις δευτεροβάθμιες και τριτοβάθμιες οργανώσεις έχουν δικαίωμα να εκλέγονται σε όλα τα όργανα διοίκησης, όπως επίσης και στα όργανα που υποκαθιστούν τις συνελεύσεις των οργανώσεων αυτών.
Άρθρο 11.
Διεξαγωγή εκλογών.
1.Οι εκλογές για τα όργανα των συνδικαλιστικών οργανώσεων διεξάγονται από εφορευτική επιτροπή, που ο αριθμός των μελών της και η διαδικασία εκλογής τους ορίζεται από το καταστατικό και προεδρεύει από τον δικαστικό αντιπρόσωπο. Σε όλη τη διάρκεια της διεξαγωγής των εκλογών μέχρι και την ανακήρυξη των επιτυχόντων μπορεί να παραβρίσκεται ανά ένας αντιπρόσωπος κάθε συνδυασμού.
2.Οι διατάξεις των παρ. 25 του άρθρ. 6 του Ν.Δ. 4361/1964 εφαρμόζονται και για τις συνδικαλιστικές οργανώσεις του νόμου αυτού.
3.Δικαστικός αντιπρόσωπος ορίζεται Πρωτοδίκης ή Ειρηνοδίκης εφόσον πρόκειται για δευτεροβάθμιες και τριτοβάθμιες συνδικαλιστικές οργανώσεις.
Ο δικαστικός αντιπρόσωπος ορίζεται, με αίτηση της οργάνωσης, από τον Πρόεδρο του Πρωτοδικείου της έδρας της από πίνακα όλων των Πρωτοδικών ή Ειρηνοδικών με αλφαβητική σειρά. Υπέρβαση της σειράς επιτρέπεται μόνο για λόγους ανώτερης βίας, που βεβαιώνονται από τον Πρόεδρο Πρωτοδικών στη έγγραφη εντολή του στον επόμενο στη σειρά Πρωτοδίκη ή Ειρηνοδίκη και για όσο χρόνο διαρκεί η ανώτερη βία.
4.Δικαστικός αντιπρόσωπος ορίζεται Πρωτοδίκης ή Ειρηνοδίκης εφόσον πρόκειται για σωματεία, που έχουν την έδρα τους σε τόπους που εδρεύει Πρωτοδικείο. Τα εδάφιοβ’ και γ’ της παρ. 3 εφαρμόζονται ανάλογα.
5.Δικαστικός αντιπρόσωπος στα άλλα σωματεία είναι ο Ειρηνοδίκης της περιφερείας όπου βρίσκεται η έδρα του σωματείου, στον οποίο κατατίθεται και η σχετική αίτηση.
6.Δεν απαιτείται η παρουσία δικαστικού αντιπροσώπου σε εκλογές σωματείων που έχουν τη έδρα τους εκτός της έδρας του Ειρηνοδικείου και ο αριθμός των μελών τους δεν υπερβαίνει τους 50.
Άρθρο 12.
Σύστημα εκλογών.
1.Η εκλογή των οργάνων της συνδικαλιστικής οργάνωσης γίνεται με το σύστημα της απλής αναλογικής.
2.Οι έδρες του διοικητικού συμβουλίου, της ελεγκτικής επιτροπής και ο αριθμός των αντιπροσώπων κατανέμονται μεταξύ των συνδυασμών και των χωριστών υποψηφίων ανάλογα με την εκλογική τους δύναμη. Το σύνολο των έγκυρων ψηφοδελτίων διαιρείται με τον αριθμό των εδρών του διοικητικού συμβουλίου ή της ελεγκτικής επιτροπής, ή με τον αριθμό των αντιπροσώπων που εκλέγονται.
Το πηλίκον αυτής της διαίρεσης, παραλειπομένου του κλάσματος, αποτελεί το εκλογικό μέτρο. Κάθε συνδυασμός καταλαμβάνει τόσες έδρες στο διοικητικό συμβούλιο ή την ελεγκτική επιτροπή και εκλέγει τόσους αντιπροσώπους όσες φορές χωρεί το εκλογικό μέτρο στον αριθμό των έγκυρων ψηφοδελτίων που έλαβε.
3.Χωριστός υποψήφιος που έλαβε το ίδιο ή μεγαλύτερο αριθμό ψήφων από το εκλογικό μέτρο καταλαμβάνει μία έδρα στο όργανο για το οποίο είχε θέσει υποψηφιότητα ή εκλέγεται αντιπρόσωπος εφόσον ήταν υποψήφιος για τη θέση αυτή.
4.Συνδυασμός που περιλαμβάνει υποψηφίους λιγότερους από τις έδρες που του ανήκουν, καταλαμβάνει τόσες μόνο έδρες ή εκλέγει τόσους μόνο αντιπροσώπους, όσοι είναι και οι υποψήφιοί του.
5.Οι έδρες που μένουν αδιάθετες και ο αριθμός των αντιπροσώπων που δεν καλύπτεται σύμφωνα με τις διατάξεις των προηγουμένων παραγράφων κατανέμονται από μία στους συνδυασμούς εκείνους που έχουν καταλάβει τουλάχιστο μία έδρα ή έχουν εκλέξει ένα αντιπρόσωπο και οι οποίοι συγκεντρώνουν υπόλοιπο ψηφοδελτίων μεγαλύτερο από το 1/3 του εκλογικού μέτρου και που πλησιάζουν περισσότερο το εκλογικό μέτρο.
6.Οι έδρες που μένουν αδιάθετες ή ο αριθμός των αντιπροσώπων που δεν καλύπτεται και μετά την εφαρμογή των διατάξεων της προηγουμένης παραγράφου κατανέμονται μεταξύ των συνδυασμών που έχουν το μεγαλύτερο υπόλοιπο ψηφοδελτίων από μία έδρα ή από έναν αντιπρόσωπο. Σε περίπτωση ισοδυναμίας γίνεται κλήρωση.
Άρθρο 13.
Ψηφοφορία – Πρακτικά διαλογής.
1.Η ψηφοφορία γίνεται πάντοτε με την επίδειξη της αστυνομικής ταυτότητας ή άλλου δημόσιου εγγράφου και του εκλογικού συνδικαλιστικού βιβλιαρίου. Στο βιβλιάριο σημειώνεται από το δικαστικό αντιπρόσωπο η χρονολογία άσκησης του εκλογικού δικαιώματος του μέλους, η διάρκεια της θητείας των αντιπροσώπων που ψήφισε, καθώς και η διάρκεια της θητείας των οργάνων που θα ψηφίσουν οι αντιπρόσωποί του. Το γνήσιο των εγγραφών αυτών βεβαιώνει ο δικαστικός αντιπρόσωπος με τη υπογραφή του και τη σφραγίδα της οργάνωσης.
2.Με τη επιφύλαξη της παρ. 2 του άρθρ. 11 τα πρακτικά διαλογής των ψηφοδελτίων και ανακηρύξεως των επιτυχόντων, καθώς και το πρωτόκολλο της ψηφοφορίας ως και απόσπασμα πρακτικών για την κατά το άρθρο 10 παρ. 2β απόφαση της Γενικής Συνέλευσης παραδίνονται την επόμενη μέρα μετά το τέλος της εκλογής από το δικαστικό αντιπρόσωπο στο γραμματέα του αρμόδιου Πρωτοδικείου και φυλάσσονται στο φάκελλο της οικείας συνδικαλιστικής οργάνωσης.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ε’
ΣΤΝΔΙΚΛΛΙΣΤIΚΕΣ ΕΛΕΓΘΕΡΙΕΣ ΚΑΙ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ
Άρθρο 14.
Προστασία καί διευκολόνσειις συνδικαλιστικής δράσης.
1.Τα όργανα του Κράτους έχουν την υποχρέωση να εφαρμόζουν τα απαραίτητα μέτρα για τη διασφάλιση της ανεμπόδιστης άσκησης του δικαιώματος για την ίδρυση και αυτόνομη λειτουργία των συνδικαλιστικών οργανώσεων.
2.Απαγορεύεται στους εργοδότες, σε πρόσωπα που ενεργούν για λογαριασμό τους και σε οποιοδήποτε τρίτο, να προβαίνουν σε οποιαδήποτε πράξη ή παράλειψη που κατατείνει στην παρακώλυση της άσκησης των συνδικαλιστικών δικαιωμάτων των εργαζομένων και ιδιαίτερα:
α)ν’ ασκούν επιρροή στους εργαζομένους, για την ίδρυση ή μη ίδρυση συνδικαλιστικής οργάνωσης.
β)να επιβάλλουν ή να παρεμποδίζουν με οποιοδήποτε τρόπο ή μέσο την προσχώρηση εργαζομένων σε ορισμένη συνδικαλιστική οργάνωση.
γ)ν’ απαιτούν από τους εργαζομένους δήλωση συμμετοχής, μη συμμετοχής ή αποχώρησης από συνδικαλιστική οργάνωση,
δ)να υποστηρίζουν ορισμένη συνδικαλιστική οργάνωση με οικονομικά ή με άλλα μέσα,
ε)να επεμβαίνουν με οποιοδήποτε τρόπο στη διοίκηση, στη λειτουργία και στη δράση των συνδικαλιστικών οργανώσεων.
στ)να μεταχειρίζονται με ευμένεια ή δυσμένεια τους εργαζομένους, ανάλογα με τη συμμετοχή τους σε ορισμένη συνδικαλιστική οργάνωση.
3.Δεν επιτρέπεται να συμμετέχουν σε συνδικαλιστική οργάνωση εργαζομένων εργοδότες.
Στις δημοσιογραφικές οργανώσεις που προβλέπεται από τα καταστατικά τους να είναι μέλη και συνταξιούχοι, αυτοί δεν έχουν δικαίωμα να εκλέγουν ή να εκλέγονται στα όργανα του σωματείου που προβλέπονται από το καταστατικό.
4.Είναι άκυρη η καταγγελία της σχέσης εργασίας για νόμιμη συνδικαλιστική δράση.
5.Είναι άκυρη η καταγγελία της σχέσης εργασίας:
α)των μελών της διοίκησης, σύμφωνα με το άρθρο 92 Α.Κ., της συνδικαλιστικής οργάνωσης.
β)των μελών της προσωρινής, σύμφωνα με το άρθρο 79 Α.Κ., διοίκησης συνδικαλιστικής οργάνωσης που διορίζει το δικαστήριο σύμφωνα με το άρθρο 69 του Αστικού Κώδικα και
γ)των μελών της διοίκησης που εκλέγονται προσωρινά κατά την ίδρυση συνδικαλιστικής οργάνωσης.
Η απαγόρευση ισχύει κατά τη διάρκεια της θητείας και ένα χρόνο μετά τη λήξη της, εκτός αν συντρέχει ένας από τους λόγους της παρ. 10 και διαπιστωθεί κατά την διαδικασία του άρθρ. 15.
6.Η παραπάνω προστασία παρέχεται στην ακόλουθη έκταση:
α)Εάν η οργάνωση έχει ως 200 μέλη προστατεύονται επτά μέλη της διοίκησης,
β)εάν η οργάνωση έχει ως 1000 μέλη προστατεύονται εννέα μέλη και
γ)εάν η οργάνωση έχει περισσότερα από 1000 μέλη προστατεύονται ένδεκα.
7.Τη σειρά των μελών που προστατεύονται ορίζει το καταστατικό. Εάν το καταστατικό δεν προβλέπει, προστατεύονται κατά σειρά ο Πρόεδρος, Αναπλ. Πρόεδρος ή Αντιπρόεδρος, Γενικός Γραμματέας, Αναπλ. Γενικός Γραμματέας, Ταμίας και οι λοιποί κατά την τάξη της εκλογής.
8.Προστατεύονται επίσης:
Τα πρώτα 21 ιδρυτικά μέλη της πρώτης υπό σύσταση συνδικαλιστικής οργάνωσης της επιχειρήσης ή εκμετάλλευσης ή του επαγγελματικού κλάδου απασχόλησης εφόσον η επιχείρηση στην οποία εργάζονται απασχολεί από 80 μέχρι 150 εργαζομένους, 25 μέλη αν απασχολεί πάνω από 150, 30 μέλη αν απασχολεί πάνω από 300 και 40 μέλη εάν απασχολεί πάνω από 500. Εφόσον οι εργαζόμενοι είναι πάνω από 40 και μέχρι 80, προστατεύονται μέχρι 7 ιδρυτικά μέλη κατά την τάξη υπογραφής της ιδρυτικής πράξης.
Η προστασία αυτή ισχύει για ένα χρόνο από την ημέρα της υπογραφής της ιδρυτικής πράξης.
Εάν η υπό σύσταση οργάνωση δεν συσταθεί πραγματικά μέσα σε 6 μήνες από την υπογραφή της ιδρυτικής πράξης, η προστασία των ιδρυτικών μελών παύει και ισχύει για τα μέλη της επομένης υπό σύσταση οργάνωσης.
9.Με την επιφύλαξη του άρθρ. 11 παρ. 3 του Ν.1256/1982 “για την πολυθεσία, την πολυαπασχόληση και την καθιέρωση ανωτάτου ορίου απολαβών στο δημόσιο τομέα καθώς και για το Ελεγκτικό Συνέδριο, το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους και άλλες διατάξεις” δεν επιτρέπεται μετάθεση των εργαζομένων που αναφέρονται στις παρ. 5, 6, 7 και 8 χωρίς τη συγκατάθεση της αντίστοιχης συνδικαλιστικής οργάνωσης. Ο εργοδότης έχει δικαίωμα να προσφύγει στην επιτροπή του άρθρ. 15 που αποφασίζει για την αναγκαιότητα της μετάθεσης.
10.Η καταγγελία της σχέσης εργασίας των προσώπων, που προστατεύονται σύμφωνα με όσα αναφέρονται στο άρθρο αυτό, επιτρέπεται μόνον:
α)Όταν κατά τη σύναψη της σύμβασης εργασίας με τον εργοδότη ο εργαζόμενος τον εξαπάτησε παρουσιάζοντας ψεύτικα πιστοποιητικά ή βιβλιάρια για να προσληφθεί ή να λάβει μεγαλύτερη αμοιβή.
β)Όταν ο εργαζόμενος απεκάλυψε βιομηχανικά ή εμπορικά μυστικά ή ζήτησε ή δέχτηκε αθέμιτα πλεονεκτήματα, κυρίως προμήθειες από τρίτους.
γ)Όταν ο εργαζόμενος προκάλεσε σωματικές βλάβες ή εξύβρισε σοβαρά ή απείλησε τον εργοδότη ή τον εκπρόσωπό του.
δ)Όταν ο εργαζόμενος επίμονα και αδικαιολόγητα αρνήθηκε να εκτελέσει την εργασία για την οποία έχει προσληφθεί.
ε) “Οταν ό εργαζόμενος δέν προσέρχεσαι αδικαιολόγητα στήν έργασία του γιά περισσότερο άπό 7 μέρες διάστημα η εξακολουθεί νά συμμετέχει σέ άπεργία πού κρίθηκε μέ δικαστική απόφαση1 μή νόμιμη η καταχρηστική.
Ή συνδρομή κάποιου άπό τούς παραπάνω σπουδαίους λόγους δέν απαλλάσσει τόν εργοδότη άπο τις υποχρεώσεις πού εχει σύμφωνα μέ τις διατάξεις τού Αστικού .Κώδικα καί τής εργατικής νομοθεσίας σχετικά μέ τήν καταγγελία τής σχέσης έργασίας.
Άρθρο 15.
Επιτροπή Προστασίας Συνδικαλιστικών Στελεχών.
1.Γιά τήν ύπαρξη ενός άπό τούς λόγους τοϋ ά’ρ$ρου 14 παρ. 10 ‘αποφασίζει πρ’ίν ‘άπό τήν καταγγελία κατά πλειοψηφία επιτροπή ή όποια αποτελείται:
α) Άπό τόν Πρόεδρο Πρωτοδικών τής περιφέρειας όπου παρέχει τήν έργασία του ό έργαζόμενος ή Πρωτόδικη πού. ορίζεται άπό αυτόν μέ τήν αναφερόμενη στο ά.ρ$ρο 11 παρ. 3 έδάφ. β’ σειρά γιά ετήσια θητεία.
β) Άιπό εν αν αντιπρόσωπο τού Εμποροβιομηχανικού Επιμελητήριου τή,ς περιφέρειας καί αν δέν λειτουργεί Επιμελητήριο. τού ’Εμπορικού Συλλόγου. “Οταν έικιδικάζεται υπόθεση την άφορά μισθωτό βιομηχανίας. ό Σύνδεσμος ‘Ελληνικών Βιομηχανιών ή ό Περιφερειακός Σύνδεσμος Βιομητ/άνων, δπ» υπάρχει, υποδείχνει εναν εκπρόσωπο τιου που συμμετέχει στήν ’Επιτροπή αντί τού εκπροσώπου’ τού ’Επιμελητηρίου.
γ) Άπό εναν εκπρόσωπο τών εργαζομένων πού ύίποδεΓ/νει ή πιο αντιπροσωπευτική τριτοβάθμια οργάνωση.
2.ΤΆ πρώτο δεκαπενθήμερο τού Ιανουαρίου κάθε χρόνο ό ΠιρόεΙδριος wl&e Πιρωτοιδικβίοϋ καλεί τϊς παίραιπάίνω οργανώσεις νά ΰποιδεί’ξΌυν μέσx στον ’Ιανουάριο εναν τακτικά καί εναν αναπληρωματικό εκπρόσωπο1 γιά τό ερχόμενο ημερολογιακό έ’τοις.
Έάν οί παραπάνω οργανώσεις ®ενέικπίροσώπαυς,
ό Πρόεδρος όρίζει μέσα στό π.ρώτο ΙΟήμερο τοϋ Φεβρουάριου εναν εργοδότη και Ιναν αναπληρωματικό του κα$ώς καί εναν εργαζόμενο και έ’ναν άναπληρωμα,τικό του καί μέ άπόφασή του συγκροτεί τήν ’Επιτροπή Προστασίας Συνδικαλιστικών Στελεχών τής περιφέρειας του. “Ενας άπό τούς ύπ*λλήλοο·; τής δικαστικής γραμματείας ορίζεται γραμμαιτέας τήΐς ’Είπιτ;ρ·οπής.
Ή Έπιτροπή συγκαλείται άπό τόν πρόεδρο μέ α’ίτηση τού έργοδότη πού κατατίθεται στή γραμματεία τοϋ δικαστηρίου μέσα σέ οκτώ (8) μέρες άπό τήν υποβολή τής αίτησης καί συζητεΐ τήν ύπό#εση εφαρμόζοντας άνάλογα τις διατάξεις τού άρβ,ρου 739 εως 759 τού Κώδικα! Πολιτικής Δικονομίας.
Ή ’Επιτροπή έχει υποχρέωση νά έκδόσει τήν άπόφασή της μέσα σέ δέκα (ΙΟ1) μέρες από τή μιέΐραι τής συνεδρίασης.
Άρθρο 16.
Δημοκρατία στούς τόκους έργασίας.
1.Η εργασία αποτελεί δικαίωμα και προστατεύεται από το Κράτος. Οι εργαζόμενοι και οι συνδικαλιστικές τους οργανώσεις προστατεύονται κατά την άσκηση κάθε συνδικαλιστικού δικαιώματος και στον τόπο εργασίας.
2.Τα σωματεία δικαιούνται να έχουν πίνακες ανακοινώσεων για τους σκοπούς τους στους τόπους εργασίας και σε χώρους που συμφωνούν ο κάθε εργοδότης και η διοίκηση του σωματείου.
3.Οι τακτικές ή έκτακτες συνελεύσεις της πιο αντιπροσωπευτικής συνδικαλιστικής οργάνωσης συνέρχονται εκτός χρόνου απασχόλησης όπως αναφέρεται στην παρ. 1 του άρθρ. 6 σε κατάλληλο χώρο του τόπου εργασίας, εκτός των χώρων παραγωγής, που είναι υποχρεωμένος να διαθέτει ο εργοδότης, εφόσον υπάρχει η δυνατότητα αυτή και εφόσον η εκμετάλλευση απασχολεί τουλάχιστο ογδόντα εργαζομένους. Ο εργοδότης που έχει την παραπάνω υποχρέωση μπορεί εναλλακτικά να παραχωρήσει ή να μισθώσει κατάλληλο χώρο σε ακτίνα μέχρι 1.000 μέτρα από τον τόπο εργασίας.
4.Ο εργοδότης ή εξουσιοδοτημένος εκπρόσωπός του έχει την υποχρέωση να συναντάται με τους εκπροσώπους των συνδικαλιστικών οργανώσεων μετά από αίτησή τους τουλάχιστο μια φορά το μήνα και να μεριμνά για την επίλυση των θεμάτων που απασχολούν τους εργαζομένους ή την οργάνωσή τους.
5.Ο εργοδότης του οποίου η εκμετάλλευση απασχολεί περισσότερους από 100 εργαζομένους έχει υποχρέωση να διαθέτει κατάλληλο χώρο για γραφείο στον τόπο εργασίας στη συνδικαλιστική οργάνωση της επιχείρησης που έχει τα περισσότερα μέλη για την εξυπηρέτηση των συνδικαλιστικών σκοπών της εφόσον ζητηθεί και σύμφωνα με τις δυνατότητές του.
6.Οι συνδικαλιστικές οργανώσεις κάθε βαθμού έχουν δικαίωμα να διανέμουν ανακοινώσεις τους μέσα στο χώρο εργασίας εκτός χρόνου απασχόλησης, όπως αναφέρεται στην παρ. 1 του άρθρ. 6.
7.Εκπρόσωποι του διοικητικού συμβουλίου του σωματείου της επιχείρησης και, αν δεν υπάρχει σωματείο, του εργατικού κέντρου της περιοχής, δικαιούνται να παρευρίσκονται κατά την επιθεώρηση που ενεργούν τα αρμόδια όργανα του Υπουργείου Εργασίας και να υποβάλλουν τις παρατηρήσεις τους.
8.Ο αρμόδιος επιθεωρητής εργασίας αποφαίνεται, αν προκύψει διαφωνία στις περιπτ. 2,3,5 και 7 του άρθρου αυτού, με αιτιολογημένη απόφασή του μέσα σε 10 μέρες από την προσφυγή σ’ αυτόν του εργοδότη ή της συνδικαλιστικής οργάνωσης. Εάν ο εργοδότης δεν συμμορφώνεται με την απόφαση του επιθεωρητή, αυτός του επιβάλλει για κάθε παράβαση των διατάξεων του άρθρου αυτού και για κάθε άρνηση συμμόρφωσης του εργοδότη πρόστιμο από δραχ. 5.000 μέχρις 100.000 υπέρ της Εργατικής Εστίας που εισπράττεται σύμφωνα με τις διατάξεις του ΚΕΔΕ.
9.Ο εργοδότης έχει δικαίωμα ν’ ασκήσει ανακοπή στο Ειρηνοδικείο του τόπου της εργασίας κατά της απόφασης επιβολής προστίμου από τον επιθεωρητή εργασίας. Το Ειρηνοδικείο δικάζει με τη διαδικασία των άρθρων 663 και επ. του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας.
Άρθρο 17.
Συνδικαλιστικές άδειες.
1.Ο εργοδότης έχει την υποχρέωση να διευκολύνει τα μέλη των διοικητικών συμβουλίων, των ελεγκτικών επιτροπών και τους αντιπροσώπους των πρωτοβάθμιων στις δευτεροβάθμιες συνδικαλιστικές οργανώσεις κατά την άσκηση των καθηκόντων τους. Την ίδια υποχρέωση έχει για τα διοικητικά συμβούλια, τις ελεγκτικές επιτροπές και τους αντιπροσώπους των δευτεροβαθμίων στις τριτοβάθμιες, όπως και για τα διοικητικά συμβούλια και τις ελεγκτικές επιτροπές των τριτοβαθμίων οργανώσεων.
2.Ο εργοδότης έχει την υποχρέωση να παρέχει:
α)Στα μέλη της Εκτελεστικής Επιτροπής της πιο αντιπροσωπευτικής τριτοβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης άδεια απουσίας όσο χρόνο διαρκεί η θητεία τους.
β)Στα μέλη των Διοικητικών Συμβουλίων των πιο αντιπροσωπευτικών δευτεροβαθμίων οργανώσεων άδεια απουσίας έως 9 μέρες το μήνα και έως 15 για τον Πρόεδρο, Αντιπρόεδρο, Γεν. Γραμματέα και Ταμία.
γ)Στους Πρόεδρο, Αντιπρόεδρο, Γενικό Γραμματέα των πρωτοβαθμίων συνδικαλιστικών οργανώσεων άδεια απουσίας έως 5 μέρες το μήνα αν τα μέλη τους είναι 500 και πάνω, και ως τρεις μέρες αν είναι λιγότερα.
δ)Στους αντιπροσώπους στις δευτεροβάθμιες και τριτοβάθμιες οργανώσεις άδεια απουσίας για όλη τη διάρκεια συνεδρίων που συμμετέχουν.
3.Οι αναφερόμενες στην παρ. 2 άδειες απουσίας περιορίζονται σε 30 μέρες το χρόνο για τα μέλη της Εκτελεστικής Επιτροπής, αλλοιώς του Προεδρείου των μη αντιπροσωπευτικών τριτοβάθμιων οργανώσεων και στο 1/3 του αναφερόμενου στα εδάφιο β’ και γ’ χρόνου προκειμένου για την αμέσως επόμενη, της πιο αντιπροσωπευτικής, οργάνωση.
4.Ο χρόνος απουσίας των εργαζομένων κατά τις διατάξεις της προηγουμένης παραγράφου θεωρείται χρόνος πραγματικής εργασίας για όλα τα δικαιώματα που απορρέουν από την εργασιακή και ασφαλιστική σχέση εκτός από το δικαίωμα λήψεως αποδοχών για τον αντίστοιχο χρόνο.
Οι ασφαλιστικές εισφορές συνδικαλιστικών στελεχών για το χρόνο της συνδικαλιστικής άδειάς τους καταβάλλονται από την οργάνωσή τους.
5.Γιά κάθε διαφωνία σχετική με την εφαρμογή των διατάξεων αυτού του άρθρου αποφασίζει, ύστερα από αίτηση της μιας ή της άλλης πλευράς η Επιτροπή του άρθρ. 15 αυτού του νόμου.
Άρθρο 18.
Ρύθμιση συνδικαλιστικών δικαιωμάτων.
1.Οι διατάξεις τών άρθρων 14, 15, 16, 17 άποτελοΰν έλάχιστα συνδικαλιστικά δικαιώματα.
2.Ρυθμίσεις ευνοϊκότερες γιά τήν άσκηση τών δικαιωμάτων αύ.τών που έχουν ήδη άποκτηθιεί ή θά άποκτηθούν με συμφωνία μισθωτών καί έργοδοτών ή μέ ‘Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας ή Διαιτητικές ’Αποφάσεις υπερισχύουν.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΣΤ’.
ΑΠΕΡΓΙΑ
Άρθρο 19.
Δικαίωμα απεργίας.
1.Η απεργία αποτελεί δικαίωμα των εργαζομένων που ασκείται από τις συνδικαλιστικές οργανώσεις α)ως μέσο για τη διαφύλαξη και προαγωγή των οικονομικών, εργασιακών, συνδικαλιστικών και ασφαλιστικών συμφερόντων των εργαζομένων και ως εκδήλωση αλληλεγγύης για τους αυτούς σκοπούς και β)ως εκδήλωση αλληλεγγύης εργαζομένων επιχειρήσεων ή εκμεταλλεύσεων που εξαρτώνται από πολυεθνικές εταιρείες προς εργαζομένους σε επιχειρήσεις ή εκμεταλλεύσεις ή στην έδρα της ίδιας πολυεθνικής εταιρείας, και εφόσον η έκβαση της απεργίας των τελευταίων θα έχει άμεσες επιπτώσεις στα οικονομικά ή εργασιακά συμφέροντα των πρώτων.
Η απεργία στην περίπτ. β’ κηρύσσεται μόνο από την πιο αντιπροσωπευτική τριτοβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση.
Γιά την άσκηση του δικαιώματος της απεργίας απαιτείται προειδοποίηση του εργοδότη ή της συνδικαλιστικής του οργάνωσης 24 τουλάχιστον ώρες πριν από την πραγματοποίησή της.
2.Η απεργία των εργαζομένων με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο δημόσιο, στους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης, στα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, στις επιχειρήσεις δημόσιου χαρακτήρα ή κοινής ωφέλειας, η λειτουργία των οποίων έχει ζωτική σημασία για την εξυπηρέτηση, βασικών αναγκών του κοινωνικού συνόλου, επιτρέπεται μετά από την τήρηση της διαδικασίας των άρθρων 20 παρ. 2 και 21 του παρόντος.
Επιχειρήσεις δημόσιου χαρακτήρα ή κοινής ωφέλειας, η λειτουργία των οποίων έχει ζωτική σημασία για την εξυπηρέτηση βασικών αναγκών του κοινωνικού συνόλου, χαρακτηρίζονται οι επιχειρήσεις ή εκμεταλλεύσεις:
α)Παροχής υγειονομικών υπηρεσιών από νοσηλευτικά εν γένει ιδρύματα.
β)Διύλισης και διανομής ύδατος
γ)Παραγωγής και διανομής ηλεκτρικού ρεύματος ή καυσίμου αερίου.
δ)Παραγωγής ή διύλισης ακάθαρτου πετρελαίου.
ε)Μεταφοράς προσώπων και αγαθών από την ξηρά, την θάλασσα και τον αέρα.
στ)Τηλεπικοινωνιών και ταχυδρομείων, Ραδιοφωνίας και Τηλεόρασης.
ζ) ’Αποχέτευσης καί απαγωγής ακάθαρτων ύδάτων καί λυμάτων.
η) Φορτοεκφόρτωσης καί αποθήκευσης εμπορευμάτων στά λιμάνια.
Άρθρο 20.
Κήρυξη άπεργίας.
1.Η απεργία στις πρωτοβάθμιες συνδικαλιστικές οργανώσεις κηρύσσεται με απόφαση της Γενικής Συνέλευσης. Για ολιγόωρες στάσεις εφόσον δεν πραγματοποιούνται την ίδια μέρα ή μέσα στην ίδια εβδομάδα αρκεί απόφαση του διοικητικού συμβουλίου εκτός αν το καταστατικό ορίζει διαφορετικά. Η απεργία στις πρωτοβάθμιες συνδικαλιστικές οργανώσεις ευρύτερης περιφέρειας ή πανελλαδικής έκτασης κηρύσσεται με απόφαση του διοικητικού συμβουλίου, εκτός αν το καταστατικό ορίζει διαφορετικά.
Η απεργία στις δευτεροβάθμιες και τριτοβάθμιες συνδικαλιστικές οργανώσεις κηρύσσεται με απόφαση του διοικητικού συμβουλίου εκτός εάν το καταστατικό τους ορίζει διαφορετικά.
Ενώσεις προσώπων, κατά την έννοια του άρθρ. 1 παρ. 3 περ. α’ υποπερίπτ. γγ, μπορούν να ασκήσουν το δικαίωμα απεργίας ύστερα από απόφαση, με μυστική ψηφοφορία, της πλειοψηφίας των εργαζομένων σε εκμετάλλευση, επιχείρηση, δημόσια υπηρεσία, Ν.Π.Δ.Δ. ή Ο.Τ.Α. Για τους εργαζομένους σε εκμετάλλευση, επιχείρηση, δημόσια υπηρεσία, Ν.Π.Δ.Δ. ή Ο.Τ.Α., εάν δεν υπάρχει ένωση προσώπων ή επιχειρησιακό σωματείο ή κλαδικό σωματείο με μέλη τους περισσοτέρους από αυτούς, την απόφαση για απεργία μπορεί να πάρει το πιό αντιπροσωπευτικό Εργατικό Κέντρο της περιοχής που εργάζονται.
Εργαζόμενοι του κλάδου ή της επιχείρησης που δεν είναι μέλη της συνδικαλιστικής οργάνωσης που κήρυξε απεργία μπορούν να λάβουν μέρος σ’ αυτή.
2.Προκειμένου για εργαζομένους του άρθρ. 19 παρ. 2 κήρυξη απεργίας δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί πριν περάσουν 4 πλήρεις ημέρες απ’ τη γνωστοποίηση των αιτημάτων και των λόγων που τα θεμελιώνουν με έγγραφο που κοινοποιείται με δικαστικό επιμελητή στον εργοδότη ή στους εργοδότες, στο Υπουργείο το οποίο ασκεί τη σχετική εποπτεία και στο Υπουργείο Εργασίας.
Η απεργία δεν μπορεί ν’ αφορά αιτήματα διάφορα από εκείνα που γνωστοποιήθηκαν.
Άρθρο 21.
Προσωπικό άσφαλείας.
1.Ή συνδικαλιστική οργάνωση ή οποία κηρύσσει απεργία φροντίζει κατά τή διάρκεια τής απεργίας νά υπάρχει το αναγκαίο προσωπικό γιά τήν ασφάλεια τών εγκαταστάσεων τής επιχείρησης καί τήν πρόληψη καταστροφών ή ατυχημάτων.
2.Κατά τή διάρκεια τής άπεργίας οι συνδικαλιστικές οργανώσεις τών εργαζομένων, πού άναφέρονται στό αρθρο 19 παρ. 2. πρέπει νά διαθετουν έκτος άπό τό προσωπικό τής παραγράφου 1 καί τό αναγκαίο προσωπικό γιά τήν αντιμετώπιση στοιχειωδών αναγκών τοϋ κοινωνικού συνόλου.
Οί συνδικαλιστικές οργανώσεις γνωστοποιούν μέσα στό πρώτο δεκαπενθήμερο τού μηνός Ίανουαρίου κά·3ε χρόνο στον εργοδότη. στό έποπτεύον ‘Υπουργείο καί στό ‘Υπουργείο Έργασίας μέ δικαστικό επιμελητή τόν άρι$μό καί τις ειδικότητες του προσωπικού πού ·&ά διαθέτουν κατά τήν ενδεχόμενη. άσκηση τοϋ δικαιώματος τής άπεργίας κατά τή διαρκεια τοϋ χρόνου·.
Σέ περίπτωση πού ό εργοδότης διαφωνεί γιά τόν άριθμό καί τις ειδικότητες τού άναγκαίου προσωπικού ή ή οργάνωση δεν υποβάλλει κατάσταση προσωπικού ύστερα άπό αίτηση τοϋ εργοδότη, ή ’Επιτροπή τοϋ άρ2·.ρου 1:5 αποφασίζει μέσα στον δευτερο οεκαπενθημερο του ιοιου> μη.να, ενω σε περίπτωση έκτακτης καί άπρόβλεπτης άνάγκης αποφασίζει μόνος ό Πρόεδρος τής Επιτροπής αυτής.
^ατά τή διάρκεια τής άπεργίας μπορεί ή συνδικαλιστική οργάνωση ή ό έργοδό’της νά ζητήσει άπό τήν ’Επιτροπή τού apSpou 15 τήν τροποποίηση τής αρχικής καταστάσεως προσωπικού άσφαλείας με βάση τις συν^ή,κες πού έ’χουν δημιουργήσει.
Άρθρο 22.
’Απαγόρευση προσλήψεων άπεργοσπαστών.
’Απαγόρευση ανταπεργίας νομιμότητα απεργίας.
1.’ Απαγορεύεται κατά τή διάρκεια νόμιμης άπεργίας ή πρόσληψη απεργοσπαστών.
2.’Απαγορεύεται ή ανταπεργία (λοκ άουτ).
3.,Δέν επιτρέπεται ή δικαστική απαγόρευση άπεργίας μέ ασφαλιστικά μέτρα.
4.Γιά διαφορές πού προκύπτουν άπό τήν εφαρμογή τών διατάξεων τών άρθρων 19-22 αποφασίζει τό Μονομελές Πρωτοδικείο τής έδρας τής συνδικαλιστικής οργάνωσης πού έχει κηρύξει τή; άπεργία, κατά τή διαδικασία τών άρθρων 663 έ’ως 676 τοϋ Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας.
Σέ επείγουσες περιπτώσεις οί πρόεδροι τών αρμόδιων πρωτοβάθμιων καί δευτεροβάθμιων δικαστηρίων προσδιορίζουν σύντομη δικάσιμη καί συντέμνουν τις προθεσμίες επίδοσης τών δικογράφων, ώστε ή συζήιτηση νά πραγματοποιηθεί μέσα σέ πέντε (5) μέρες άπό τήν κατάθεσή τους, ανεξάρτητα άπό τόν αριθμό τών υποθέσεων πού έκκρεμούν.
Ή προθεσμία τής εφεσης είναι τρεις (3) μέρες.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ζ΄
ΠΟΙΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
Άρθρο 23.
1.Ο εργοδότης και οι εκπρόσωποί του, ως και οποιοσδήποτε τρίτος, που παραβαίνει τις διατάξεις του άρθρ. 14 παρ. 2 και 3 του νόμου αυτού, τιμωρούνται με φυλάκιση ή και με χρηματική ποινή μέχρι 5.000.000 δραχ., και εφόσον δεν προβλέπεται βαρύτερη ποινή από άλλη διάταξη.
2.Ο εργοδότης και οι εκπρόσωποί του, που παραβαίνουν τις διατάξεις του άρθρ. 14 παρ. 5,8 και 9 ή που αρνούνται την πραγματική απασχόληση εργαζομένου που η απόλυση του έχει κριθεί άκυρη με δικαστική απόφαση ή που αρνούνται την επαναπρόσληψη και πραγματική απασχόληση των εργαζομένων που αναφέρονται στο άρθρο 24, τιμωρούνται με φυλάκιση ή και με χρηματική ποινή μέχρι 1.000.000 δρχ. γιά κάθε παράβαση ή άρνηση.
3.Οποιοσδήποτε παραποιεί ή νοθεύει το αποτέλεσμα εκλογών για την ανάδειξη συλλογικών οργάνων ή αντιπροσώπων οποιασδήποτε συνδικαλιστικής οργάνωσης τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και εάν πρόκειται για μέλος εφορευτικής επιτροπής με φυλάκιση τουλάχιστο έξη μηνών.
4.Όποιος χρησιμοποιεί την επωνυμία ή αντιποιείται την εκπροσώπηση συνδικαλιστικής οργάνωσης χωρίς δικαίωμα, για δικό του όφελος, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρις ενός έτους, αν η πράξη δεν τιμωρείται βαρύτερα από άλλη διάταξη.
5.Όποιος εμποδίζει με σωματική ή ψυχολογική βία τις συνεδριάσεις της διοίκησης ή τις συνελεύσεις μελών συνδικαλιστικών οργανώσεων τιμωρείται με φυλάκιση μέχρις ενός έτους, αν η πράξη δεν τιμωρείται βαρύτερα από άλλη διάταξη.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Η·.
ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
Άρθρο 24.
’Αποκατάσταση συνδικαλιστών.
1.Μέλη διοικήσεων ως και ιδρυτικά μέλη συνδικαλιστικών οργανώσεων μέσα στα όρια των παρ. 6 και 8 του άρθρ. 14 που έχουν απολυθεί μετά την ισχύ του νόμ. 330/1976 επαναπροσλαμβάνονται στην επιχείρηση, η οποία έχει καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας τους, χωρίς άλλη διατύπωση.
Η διάταξη του εδάφιο α’ δεν εφαρμόζεται εάν η καταγγελία της σύμβασης έγινε για παράβαση ποινικού νόμου, εκτός των διατάξεων του νόμ. 330/1976 και του άρθρ. 332 Π.Κ., για την οποία έχει εκδοθεί δικαστική απόφαση.
2.Το πρώτο εδάφιο της παρ. 1 εφαρμόζεται και για τους εργαζομένους των οποίων οι συμβάσεις εργασίας έχουν καταγγελθεί κατά τις διατάξεις του άρθρ. 38 του Νόμ. 330/1976 εφόσον ήσαν άνεργοι κατά την 1.4.1982 και εξακολουθούν ή κατέστησαν άνεργοι μέχρι τη δημοσίευση αυτού του νόμου, χωρίς υπαιτιότητά τους ή η εργασία τους μειονεκτεί σοβαρά σε σχέση με εκείνη από την οποία απολύθηκαν.
3.Εργαζόμενοι, των οποίων οι συμβάσεις εργασίας έχουν καταγγελθεί μετά τη ισχύ του Νόμ. 330/1976, ένα μήνα πριν κηρυχθεί η απεργία, κατά τη διάρκειά της και μέσα σε δύο μήνες μετά από τη λήξη της απεργίας στην οποίαν έλαβαν μέρος στην επιχείρηση ή τον κλάδο απασχόλησής τους επαναπροσλαμβάνονται στην επιχείρηση, η οποία έχει καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας τους, χωρίς άλλη διατύπωση, εφόσον ήσαν άνεργοι κατά την 1.4.1982 και εξακολουθούν ή κατέστησαν άνεργοι μέχρι τη δημοσίευση αυτού του νόμου χωρίς υπαιτιότητά τους ή η εργασία τους μειονεκτεί σοβαρά σε σχέση με εκείνη από την οποία απολύθηκαν.
Η διάταξη αυτή δεν εφαρμόζεται εάν έχει κριθεί με δικαστική απόφαση ότι η απόλυση δεν έγινε για συνδικαλιστικούς λόγους ή αν πρόκειται για εποχιακά απασχολούμενους, όπως αυτό προκύπτει από τη φύση της παραγωγικής λειτουργίας της επιχείρησης.
Η διάταξη του εδάφιο β’ της παρ. Ι ισχύει και στις περιπτώσεις της παραγράφου αυτής.
4.Στις περιπτώσεις που αναφέρονται οι παρ. Ι, 2 και 3 εδάφιο γ’ αν έχει εκδοθεί αμετάκλητη δικαστική απόφαση σε βάρος του εργαζομένου η επαναπρόσληψη έχει την έννοια αναγκαστικής σύναψης νέας σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου.
5.Ο εργοδότης έχει την υποχρέωση να επαναπροσλάβει τον εργαζόμενο που έχει απολυθεί κατά τις παρ. 1,2 και 3 και εφόσον ο εργαζόμενος του κοινοποιήσει σχετική έγγραφη δήλωση με δικαστικό επιμελητή μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία 60 ημερών από τη δημοσίευση του νόμου αυτού. Η προθεσμία αυτή αρχίζει μετά το τέλος της εκκρεμούς ποινικής δίκης για τις περιπτώσεις των παρ. 1 εδάφιοβ’ και 3 εδάφιο γ’ του άρθρ. αυτού.
6.Άν οι εργαζόμενοι που θα υποβάλλουν τη δήλωση επαναπρόσληψης της παρ. 4 υπερβαίνουν το 5% άλλα όχι το 10% των απασχολουμένων στην επιχείρηση, ο εργοδότης έχει την υποχρέωση να τους επαναπροσλάβει ισομερώς κατά μήνα μέσα σ’ ένα εξάμηνο από το τέλος της προθεσμίας υποβολής της παραπάνω δήλωσης. Αν υπερβαίνουν το 10% και για το ποσοστό πέραν του 10% και μέχρι 20% προσλαμβάνονται ισομερώς κατά μήνα μέσα στον επόμενο χρόνο. Η πρόσληψη γίνεται με τη σειρά υποβολής της παραπάνω δήλωσης και με προτίμηση των εργαζομένων της παρ. 1, στη συνέχεια της παρ. 2 και τέλος της παρ. 3, και μέσα σε κάθε ομάδα με προτίμηση όσων είχαν μεγαλύτερη προϋπηρεσία στην επιχείρηση. Εκείνοι που δεν καλύπτονται από τα παραπάνω ποσοστά έχουν δικαίωμα προτίμησης σε μελλοντικές τυχόν προσλήψεις.
Αποζημιώσεις που έχουν τυχόν καταβληθεί δεν επιστρέφονται από τους επαναπροσλαμβανόμενους.
7.Για διαφορές που προκύπτουν σχετικά με την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου αυτού, αποφασίζει το Μονομελές Πρωτοδικείο είτε του τόπου της έδρας της επιχείρησης είτε του τό
που παροχής της εργασίας με τη διαδικασία των άρθρων 663676 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας.
Οι διατάξεις του δευτέρου εδαφίου της παρ. 4 του άρθρ. 22 εφαρμόζονται ανάλογα.
8.Στις περιπτώσεις της παρ. 6 αν η επιχείρηση που υποχρεώνεται στην επαναπρόσληψη βρίσκεται σε προφανή οικονομική αδυναμία ν’ αντιμετωπίσει της πρόσθετες δαπάνες από τις επαναπροσλήψεις μπορεί να υπαχθεί με απόφαση του Υπουργού Εργασίας στα προγράμματα του ΟΑΕΔ για την επιδότηση δημιουργίας νέων θέσεων απασχόλησης, με βάση τους όρους και ύστερα από τη διαδικασία που ορίζει το κάθε πρόγραμμα.
Άρθρο 25.
’Εγγραφές μελών – ’Εκκαθάριση μητρώων.
1.Επί ένα χρόνο από τη δημοσίευση αυτού του νόμου εάν το όργανο που είναι αρμόδιο κατά το καταστατικό της ή με εξουσιοδότηση του οργάνου αυτού το Προεδρείο της ν’ αποφασίσει την εγγραφή μελών σε οποιαδήποτε οργάνωση σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρ. 7 δεν δεχτεί την αίτηση του εργαζομένου ή της οργάνωσης που θέλει να εγγραφεί ή μέσα σε 10 μέρες από την υποβολή της για πρωτοβάθμια οργάνωση και 20 μέρες για δευτεροβάθμια ή τριτοβάθμια δεν έχει γνωστοποιηθεί η απόφαση για την αποδοχή ή απόρριψη της αίτησης στον αιτούντα, αυτός έχει δικαίωμα να προσφύγει στο αρμόδιο Ειρηνοδικείο και να ζητήσει την εγγραφή κατά τη διαδικασία των άρθρων 663 και επ. του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας.
Οι λοιπές διατάξεις της παρ. 6 και η παρ. 7 του άρθρ. 7 εφαρμόζονται ανάλογα.
Η προθεσμία της παρ. 7 του άρθρ. 7 ορίζεται σε 45 μέρες για τις πρωτοβάθμιες και 75 μέρες για τις λοιπές οργανώσεις.
Οι διατάξεις του άρθρ. 22 παρ. 4 εφαρμόζονται ανάλογα.
2.Ένα τουλάχιστο μήνα πριν από την πρώτη μετά την έναρξη εφαρμογής αυτού του νόμου συνέλευση κάθε συνδικαλιστικής οργάνωσης, η διοίκησή της οφείλει να προβεί στην εκκαθάριση του μητρώου των μελών της σύμφωνα με όσα ορίζονται στις παρ. 1 και 2 του άρθρ. 7 και 2 και 3 του άρθρ. 28 του νόμου αυτού. Γιά την περίπτωση μη συμμόρφωσης της διοίκησης ως και για διαφορές που μπορεί να προκύψουν αποφασίζει το αρμόδιο Ειρηνοδικείο και εφαρμόζονται ανάλογα οι διατάξεις των άρθρων 7 παρ. 7 και 22 παρ. 4 του νόμου αυτού.
Άρθρο 26.
Άμεση εφαρμογή αναλογικής
1.Η Συνέλευση των μελών κάθε συνδικαλιστικής οργάνωσης μπορεί να αποφασίσει την άμεση εφαρμογή των σχετικών με τις εκλογές διατάξεων του νόμου αυτού. Η συνέλευση, που θα αποφασίσει σχετικά και σε καταφατική περίπτωση θα προχωρήσει στην εκλογή εφορευτικής επιτροπής και στη συνέχεια στην εκλογή του διοικητικού συμβουλίου, της ελεγκτικής επιτροπής και αντιπροσώπων, συγκαλείται ύστερα από έγγραφη αίτηση του 1/10 των μελών της προς το αρμόδιο για τη σύγκλησή της όργανο σύμφωνα με το καταστατικό της οργάνωσης.
Αν σε 15 μέρες δεν γνωστοποιηθεί στον πρώτο από τους αιτούντες με έγγραφο του αρμόδιου οργάνου η αποδοχή της αίτησης ή δεν κοινοποιηθεί και δημοσιευθεί, όπως ορίζεται στην παρ. 4 αυτού του άρθρου, η πρόσκληση για συνέλευση, το Μονομελές Πρωτοδικείο της έδρας της οργάνωσης εξουσιοδοτεί τους αιτούντες ή ορισμένους από αυτούς και ύστερα από αίτησή τους που συζητείται με τη διαδικασία των άρθρων 739 και επ. του Κ.Πολ. Δ. να συγκαλέσουν αυτοί τη Γενική Συνέλευση και ρυθμίζει την προεδρία της.
Η Συνέλευση αποφασίζει με σχετική πλειοψηφία των παρόντων μελών της και με τις απαρτίες που προβλέπονται στην παρ. 2 του άρθρ. 8 του νόμου αυτού χωρίς την επιφύλαξη της διάταξης του άρθρ. 99 του Αστικού Κώδικα.
2.Αν η Συνέλευση αποφασίσει αρνητικά συνεχίζεται κανονικά η θητεία των οργάνων με την επιφύλαξη του άρθρ. 9 παρ. 1 εδάφιο β’.
Αν πρόκειται για συνέλευση πρωτοβάθμιας οργάνωσης, στην περίπτωση αυτή, αμέσως μετά την ανακοίνωση της αρνητικής της απόφασης καλείται από τον πρόεδρό της ν’ αποφασίσει εάν θ’ αντιπροσωπευθεί στην τριτοβάθμια οργάνωση δια μέσου του Εργατικού Κέντρου ή της Ομοσπονδίας, που τυχόν ανήκει. Η παρ. 2β του άρθρ. 10 εφαρμόζεται κατά τα λοιπά αναλόγως.
Σε περίπτωση που δεν πραγματοποιηθεί η Συνέλευση των μελών σύμφωνα με τη διαδικασία της παρ. 1, η διοίκηση της πρωτοβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης συγκαλεί τη Συνέλευση, η οποία αποφασίζει εάν θα αντιπροσωπευθεί στην τριτοβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση διά μέσου του Εργατικού Κέντρου ή της Ομοσπονδίας. Η παρ. 2β του άρθρ. 10 εφαρμόζεται και στις περιπτώσεις της παραγράφου αυτής.
3.Οι διατάξεις της παρ. 1 εφαρμόζονται για τις πρωτοβάθμιες συνδικαλιστικές οργανώσεις μετά τέσσερις μήνες, για τις δευτεροβάθμιες μετά επτά μήνες και για τις τριτοβάθμιες μετά εννέα μήνες από τη δημοσίευση του νόμου.
Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και αν συντρέχουν σπουδαίοι λόγοι μπορεί να καθορίζεται χρόνος έναρξης των παραπάνω προθεσμιών έξη μηνών αντί τεσσάρων για τις πρωτοβάθμιες οργανώσεις, εννέα μηνών αντί επτά για τις δευτεροβάθμιες οργανώσεις και δώδεκα μηνών αντί εννέα για τις τριτοβάθμιες οργανώσεις ή ορισμένες εξ αυτών.
Οι προθεσμίες του ανωτέρω πρώτου εδαφίου παρατάθηκαν κατά 2 μήνες για τις πρωτοβάθμιες και δευτεροβάθμιες και κατά 3 μήνες για τις τριτοβάθμιες συνδικαλιστικές οργανώσεις με την απόφ. Υπ. Εργασίας αριθ. 54770/10/30 Νοεμ. 1982 (ΦΕΚ Β’ 977). Μετά την εκπνοή των προθεσμιών αυτών αρχίζουν οι διαδικασίες για την εφαρμογή των διατάξεων των ανωτέρω παρ. Ι και 2 άρθρ. 26.
4.Προκειμένου για πρωτοβάθμιες οργανώσεις με περισσότερα από 200 μέλη και επί ένα χρόνο από τη δημοσίευση του νόμου αυτού, οι υπεύθυνοι για τη σύγκληση συνελεύσεων οφείλουν, εκτός από άλλη τυχόν πρόβλεψη του καταστατικού και πριν από 20 τουλάχιστο μέρες, να δημοσιεύσουν σε μία ημερήσια και αν δεν υπάρχει σε μια εβδομαδιαία εφημερίδα του τόπου της έδρας της οργάνωσης και να κοινοποιήσουν με δικαστικό επιμελητή στις υπερκείμενες οργανώσεις πρόσκληση προς τα μέλη τους για τη συνέλευση, που θα πραγματοποιηθεί με σημείωση για τον ακριβή τόπο και χρόνο και το σκοπό της.
Αν δεν γίνουν η δημοσίευση και οι κοινοποιήσεις της πρόσκλησης αυτής, η συνέλευση είναι άκυρη.
Στην περίπτωση αυτή, το Μονομελές Πρωτοδικείο με αίτηση του 1/20 των μελών της οργάνωσης αποφασίζει όπως ορίζεται στην παρ. 1.
5.Για το πρώτο μετά την έναρξη ισχύος αυτού του νόμου συνέδριο κάθε τριτοβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης, μπορεί η διοίκησή της να ζητήσει από τις δευτεροβάθμιες οργανώσεις της δύναμής της να αντιπροσωπευτούν σ’ αυτό με αντιπροσώπους που η εκλογή τους θα έχει πραγματοποιηθεί το πολύ ενάμισυ χρόνο πρίν από την ημέρα έναρξης του συνεδρίου. Η απόφαση αυτή πρέπει να ανακοινωθεί στις δευτεροβάθμιες οργανώσεις το λιγότερο τρεις μήνες πριν από την αποφασισμένη ημερομηνία του συνεδρίου.
Άρθρο 27.
Διάλυση ΟΔΕΠΕΣ.
1.Ο Οργανισμός Διαχειρίσεως Ειδικών Πόρων Εργασιακών Σωματείων (ΟΔΕΠΕΣΤ) καταργείται όπως και το Ν.Δ. 891/1971 «περί οικονομικής υποβοηθήσεως εργασιακών σωματείων και ενώσεων». Η τύχη της περιουσίας του καταργούμενου ΟΔΕΠΕΣ διέπεται αποκλειστικά από τις επόμενες διατάξεις.
2.Από τη δημοσίευση αυτού του νόμου όλα τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις του ΟΔΕΠΕΣ αναλαμβάνονται από την Εργατική Εστία χωρίς άλλη διατύπωση.
Η Εργατική Εστία εκπληρώνει τις υποχρεώσεις του ΟΔΕΠΕΣ προς τις συνδικαλιστικές οργανώσεις με τη διαδικασία και τους όρους του Π.Δ. 901/1976 «περί αντικαταστάσεως των διατάξεων του Π.Δ. 189/1975 και περί της οικονομικής ενισχύσεως των επί τη βάσει του Νομ. 89/1975 ανασυσταθέντων εργατοϋπαλληλικών επαγγελματικών σωματείων και ενώσεων» που εξακολουθεί να ισχύει μέχρι και 3 μήνες από την κατάρτιση της Εθνικής Γενικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας ή την έκδοση της όμοιας έκτασης απόφασης διαιτησίας ή του Π.Δ/τος που αναφέρονται στο άρθρο 6 του νόμου αυτού. Για το σκοπό αυτό το προσωπικό του ΟΔΕΠΕΣ συνεχίζει να παρέχει τις υπηρεσίες του στην Εργατική Εστία μέχρι την ολοκλήρωση των διαδικασιών και των ρυθμίσεων της παρ. 3. Ειδικά για τις οικονομικές ενισχύσεις του έτους 1982 οι προθεσμίες της παρ. 1 περίπτ. δ’ του άρθρ. 1 του Π.Δ. 901/1976 παρατείνονται μέχρι 31.8.1982.
3.Όλοι οι εργαζόμενοι, μέχρι τη δημοσίευση του νόμου αυτού, στον ΟΔΕΠΕΣ, μπορεί να ενταχθούν, ύστερα από αίτησή τους και απόφαση του διοικητικού συμβουλίου της Εργατικής Εστίας που εγκρίνεται από τον Υπουργό Εργασίας, ανεξάρτητα από το όριο ηλικίας τους, σε αντίστοιχες προσωρινές θέσεις που θα συσταθούν στην Εργατική Εστία, ανάλογα με τις ανάγκες της.
Με Π.Δ/γμα, που θα εκδοθεί με πρόταση των Υπουργών Προεδρίας της Κυβέρνησης, Οικονομικών και Εργασίας, θα καθορισθούν οι λεπτομέρειες της ένταξης, οι κλάδοι και οι βαθμοί των θέσεων που θα συσταθούν καθώς και τα τυπικά προσόντα διορισμού του προσωπικού που θα ενταχθεί.
Ειδικά για το προσωπικό του ΟΔΕΠΕΣ, ως προϋπηρεσία για την ένταξη αναγνωρίζεται και αυτή που διανύθηκε στον ΟΔΕΠΕΣ.
Κανένας από τους παραπάνω εργαζομένους, που εντάσσεται στην Εργατική Εστία σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου αυτού, δεν λαμβάνει συνολικά αποδοχές λιγότερες από εκείνες που ελάμβανε πριν από την ένταξή του. Σε περίπτωση επί πλέον διαφοράς, αυτή διατηρείται σαν προσωρινό επίδομα μέχρι την κάλυψή του.
Οι εργαζόμενοι στον ΟΔΕΠΕΣ, που για οποιοδήποτε λόγο δεν θα ενταχθούν ως μόνιμοι, σύμφωνα με τα παραπάνω είναι δυνατόν ύστερα από αίτησή τους με απόφαση του Δ.Σ. της Εργατικής Εστίας που εγκρίνεται από τον Υπουργό Εργασίας να συνεχίσουν την απασχόλησή τους στην Εργατική Εστία με τη σχέση και τους όρους που εργάζονται σ’ αυτόν. Στους υπόλοιπους η Εργατική Εστία οφείλει τις νόμιμες αποζημιώσεις σαν να είχε καταγγελθεί η σύμβαση εργασίας τους και είχαν απολυθεί κατά τη δημοσίευση του παραπάνω Π.Δ/τος.
Άρθρο 28.
Λοιπές μεταβατικές διατάξεις.
1.Μέχρις εκδόσεως του κατά την παρ. 2 του άρθρ. 29 εκλογικού συνδικαλιστικού βιβλιαρίου ο εργαζόμενος μέλος συνδικαλιστικής οργάνωσης χρησιμοποιεί το ασφαλιστικό βιβλιάριο υγείας όπου γίνονται όλες οι εγγραφές που καθορίζει το άρθρο 13 παρ. 1.
2.Εργαζόμενος που είναι μέλος σε περισσότερα από δύο σωματεία κατά την διάκριση της παρ. 1 του άρθρ. 7 υποχρεούται μέσα σε 2 μήνες από τη δημοσίευση του νόμου αυτού να επιλέξει τις οργανώσεις στις οποίες θα είναι μέλος και να ζητήσει τη διαγραφή του από τις λοιπές.
Μετά την παραπάνω προθεσμία αν υπάρχουν πολλές εγγραφές είναι έγκυρες μόνο οι δύο πρώτες κατά σειρά εγγραφής και με την διάκριση της παρ. 1 του άρθρ. 7.
Τυχόν ωφελήματα από ασφαλιστική ή υγειονομική κάλυψη που απολαμβάνουν μέλη σωματείου, από τη δύναμη του οποίου είτε διαγράφονται είτε αποχωρούν ύστερα από την παραπάνω ρύθμιση, δε θίγονται.
3.Όσα αναφέρονται στην παρ. 2 του άρθρου αυτού ισχύουν ανάλογα για τις πρωτοβάθμιες και δευτεροβάθμιες οργανώσεις, σε σχέση με όσα αναφέρονται στις παρ. 2 και 3 του άρθρ. 7.
4.Ποινές που έχουν επιβληθεί για πράξεις που πρόβλεπε και τιμωρούσε ο Νόμ. 330/1976 και που δεν θεωρούνται αξιόποινες με το νόμο αυτό διαγράφονται από τα ποινικά μητρώα με φροντίδα του αρμόδιου Εισαγγελέα.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Θ
ΕΞΟΥΣΙΟΔΟΤΙΕΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ’
Άρθρο 29.
1.Με Π.Δ/τα που εκδίδονται με πρόταση των Υπουργών Εργασίας και Δικαιοσύνης ρυθμίζονται οι λεπτομέρειες α)της τήρησης του ειδικού βιβλίου και του φακέλλου συνδικαλιστικών οργανώσεων ως και της χορήγησης αντιγράφων των εγγράφων και των βεβαιώσεων που προβλέπονται στο άρθρο 2.
β)της τήρησης των βιβλίων των συνδικαλιστικών οργανώσεων που προβλέπονται στο άρθρο 3.
2.Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, μετά γνώμη της πιο αντιπροσωπευτικής τριτοβάθμιας οργάνωσης της χώρας, καθορίζεται η διαδικασία εκδόσεως, το σχήμα και τα λοιπά στοιχεία του συνδικαλιστικού εκλογικού βιβλιαρίου καθώς και οι εγγραφές που γίνονται σ’ αυτό.
3.Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας ρυθμίζεται ο τρόπος και το ύψος της αμοιβής των δικαστικών αντιπροσώπων.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ I.
ΕΙΔΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
Άρθρο 30.
Συνδικαλιστικές ελευθερίες και δικαιώματα δημοσίων υπαλλήλων
1.Ό νόμος αυτός, οπως είναι, έκτος άπό τις διατάξεις τών άρθρων 14 παρ. 3-10, 16 παρ. 7-9, 22 παρ. 1 καί 2, 24 καί 27. εφαρμόζεται με τις ειδικές ρυθμίσεις πού προβλέπονται παρακάτω ανάλογα καί στους έμμισθους πολίτικους υπαλλήλους τοΰ Δημοσίου, οπως και στους μόνιμους ή μέ θητεία υπαλλήλους τών ’Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης, τών Ανώτατων ’Εκπαιδευτικών ‘Ιδρυμάτων, τών εκκλησιαστικών Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου καί λοιπών Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου, ακόμη δέ καί στους υπαλλήλους μέ σχέση ιδιωτικού δικαίου πού κατέχουν οργανικές θέσεις, σύμφωνα μέ το άρθρο 103 παρ. 3 τοΰ Συντάγματος.
2.Γιά τήν επέκταση τής κατά τήν προηγούμενη παράγραφο εφαρμογής, ώς έργαζόμενοι λογίζονται καί οί δημόσιοι υπάλληλοι. “Οπου στον παρόντα νόμο άναφέρονται ο! λέξεις εργοδότης, επιχείρηση, εκμετάλλευση, μέ τον ορο αυτο νοούνται καί τό Δημόσιο καί τά πιο πάνω νομικά πρόσωπα μέ τις αρμόδιες υπηρεσίες τους. Όπου γίνεται λόγος γιά ’Εργατικό Κέντρο, ή μνεία δέν άφορά τους δημοσίους υπαλλήλους.
3.Δευτεροβάθμιες συνδικαλιστικές οργανώσεις τών δημοσίων υπαλλήλων είναι : α) Οί ομοσπονδίες τών κατά κλάδους ή ειδικότητες σωματείων, που τά μέλη τους υπάγονται οργανικά σέ ένα ή καί σέ περισσότερα ‘Υπουιγεία ή τά Ν.Π. Δ.Δ. τής παρ. Ι.τοΰ παρόντος καί β) οί ομοσπονδίες σωματείων πού τά μέλη τους υπάγονται οργανικά στό ίδιο ‘Υπουργείο ή στά κατά την παράγραφο 1 τοΰ παρόντος άρθρου Ν.Π. Δ.Δ. ή ομάδα Ν.Π.Δ.Δ. πού τελεί ύπό τήν έποπτεία τοΰ ίδιου ‘Υπουργείου.
“Οπου υπάλληλοι ένός ‘Υπουργείου ανήκουν σέ μιά καί ένιαία συνδικαλιστική οργάνωση τοΰ ‘Υπουργείου αύτοΰ, μέ περισσότερους κλάδους, ή οργάνωσή τους θεωρείται, γιά τό λόγο αΰτό, καί σάν δευτεροβάθμια.
Κάθε πρωτοβάθμια οργάνωση μπορεί νά γίνει μέλος σέ μιά μόνο δευτεροβάθμια, έφόσον δέν υπάρχει άλλη όργάνωση.
Σέ περίπτωση πού πρωτοβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση ανήκει σέ περισσότερες άπό μιά δευτεροβάθμιες οργάνωσε.ς ύποχρεοΰται, στήν πρώτη γενική συνέλευση τών μελών της, πού θά συγκληθεί μετά τήν ισχύ τοΰ νόμου αύτοΰ, νά αποφασίσει σέ ποιά δευτεροβάθμια (ομοσπονδία) θά παραμείνει ώς μέλος της.
Κατά τόν ίδιο τρόπο προστατεύονται καί τά μέλη τώ'< διοικήσεων τών δευτεροβάθμιων καί τών τριτοβάθμιων συνδικαλιστικών οργανώσεων.
6.Ή επιτροπή τοΰ άρθρου 15 τοΰ νόμου αύτοΰ οταν χρόκειται γιά δημοσίους υπαλλήλους άποτελείται:
α) Άπό τόν Πρόεδρο Πρωτοδικών τής περιφέρειας οπο> παρέχει τις ύπηρεσίες τουό υπάλληλος ή Πρωτόδικη ή Ειρηνοδίκη πού ορίζεται άπ’ αυτόν, μέ τήν άναφερόμενη στό άρθρο 11 σειρά, γιά έτήσια θητεία.
β) Άπό έναν υπάλληλο, πού ορίζει ό ‘Υπουργός Προεδρίας Κυβερνήσεως, υστέρα άπό συνεννόηση μέ τόν κατά περίπτωση αρμόδιο ‘Υπουργό.
γ) Άπό εναν έκπρόσωπο τών υπαλλήλων, πού υποδεικνύει ή πιο αντιπροσωπευτική τριτοβάθμια οργάνωση τής χώρας.
7.Ή διάταξη τής παρ. 2 τοΰ άρθρου 19 τοΰ νόμου αύτοΰ εφαρμόζεται καί γιά τό δικαίωμα απεργίας τών δημοσίων υπαλλήλων.
‘Ο χρόνος τής άπεργίας τών δημοσίων υπαλλήλων, θεωρείται ώς χρόνος πραγματικής δημοσίας υπηρεσία;, χωρίς δμως νά καταβάλλονται οί άποδοχές τοΰ χρόνου απεργίας..
8.α) Π ροκειμένου γιά δημοσίους υπαλλήλους τής παραγράφου 1 τοΰ παρόντος άρθρου, κήρυξη τής άπεργίας δεν μπορεί νά πραγματοποιηθεί πριν περάισουν τέσσερις (4)’ πλήρεις μέρες, άπό τή γνωστοποίηση τών αιτημάτων καί τών λόγων πού τά θεμελιώνουν, μέ έγγραφο πού κοινοποιείται, με δικαστικό έπιμελητή, στό ‘Υπουργείο Προεδ,ρίας Κυβερνή* σεως, στό ‘Υπουργείο Οικονομικών, στό ‘Υπουργείο πού υπάγονται ο! υπάλληλοι αυτοί, καθώς έπίσης καί στις διοικήΓ σεις τών φορέων πού έποπτεΰονται άπ’ αύτό, δταν πρόκειται γιά άπεργία υπαλλήλων τους.
β) Ή άπεργία κηρύσσεται άπό δευτεροβάθμιες ή τριτοβάθμιες οργανώσεις μετά άπό άπόφαση τής Γενικής Συνέλευσης.
9.Κατά τή διάρκεια άπεργίας τών δημοσίων υπαλλήλων τής παραγράφου 1 τοΰ παρόντος άρθρου δεν έπιτρεπεται η πρόσληψη έκτακτων υπαλλήλων.
10.Στίς πρωτοβάθμιες, δευτεροβάθμιες και τριτοβάθμιες συνδικαλιστικές οργανώσεις τών δημοσίων υπαλλήλων τής παραγράφου 1 τοΰ παρόντος άρθρου δέν μπορούν νά είναι μέλη συνταξιούχοι ή συνδικαλιστικές οργανώσεις συνταξιούχων.
Άρθρο 31.
1.Ή εργασιακή σχέση τών απασχολούμενων στον Τύπο καί ή λύση της διέπεται άπό τίς ισχύουσες γενικές διαταξεις τοΰ ’Εργατικού Δικαίου καταργούμενης κάθε αντίθετης ρύθμισης.
2.Κάθε διάταξη νόμου πού κατοχυρώνει, περιορίζει ή έξαρτά τό δικαίωμα τής εργασίας στον Τύπο καί τήν παροχή στούς εργαζομένους σ’ αύ’τόν παρεπόμενων τής έργασίας τους δικαιωμάτων άπό τή συμμετοχή τους ή μή σε συγκεκριμένη επαγγελματική οργάνωση ή άπό τήν υπαγωγή τους στό Ν. 11’86/198ί ή σέ ορισμένο ασφαλιστικό φορέα, καταργείται.
3.Ή ικανοποίηση τών παρεπόμενων τής έργασίας δικαιωμάτων προϋποθέτειτοΰ λοιπού μόνο τήν άπόδίειξη ύπαρξης σύμβασης εργασίας μέ τόν Τύίπο.
4.Στό άρθρο 4 τοΰ ΑΝ. 99/1967 προστίθεται τέταρτη περιπτωίσηπού έχει ώς έξιής:
«δ1) :ιΕ5πί απολύσεων τεχνικών, άυτοαπασχολουμένων εις τάς Ημερήσιας ’Εψημερ’ίίδ’ας ’Αθηνών κα,ί Θεσσαλονίκης».
5.Ή αληθινή έννοια τής παρ. 4 τοΰ άρθ!?®» 9 ΐοΰ Ν. 11’86!/19’8ΐ1 είναι δτι ό υπολογισμός τοΰ χρόνου υπηρεσίας τών Τειχνικών Τύπου στους οποίους αναφέρεται ή δ’ιάταξη γίνεται κατά τις κείμενες νομοθετικές διατάξεις ή Σιυλλογικές Συμβάσεις ’Εργασίας έφόσον εΐίδικά ριυθμίζουν τό θέμα.
6.Ή άποζημίω®η «ου προβλέπεται άπί» τίς κείμενες διατάξεις γιά τήν περίπτωση, τής οίκειοθελούς αποχωρήσεως λόγω συνταξιαδοιτήρεως ή τής άπολύσεως τών Τεχνικών Τύπου πού συνδέονται μέ σύμβαση έργασίας στίς εφημερίδες Αθηνών και Θεσσαλονίκης, τών οποίων ή στοιχειοδΐσία γίνεται έν δλω ή έν μέρει σε λινοτυπικές μηχανές ή εκτύπωση σέ κυλινδρικά πιεστήρια, όρίζεται στό ημισυ.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ1 ΙΑ’.
ΚΑΤΑΡΓΟΥΜΕΝΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
Άρθρο 32.
Καταργούνται, με την επιφύλαξη της παρ. 2 εδάφιο β του άρθρου 1:
1.Ο Ν. 330/1976 “περί επαγγελματικών σωματείων και ενώσεων και διασφαλίσεως της συνδικαλιστικής ελευθερίας”.
2.Η παρ. 2 του άρθρου μόνου του Α.Ν. 620/1945 “περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως των νόμων 148 του 1945, 274 του 1945 και 581 του ιδίου έτους.
3.Ο Α.Ν. 1803/1951 “περί προστασίας των συνδικαλιστικών στελεχών”.
4.Οι διατάξεις νόμων, βασιλικών δ/γμάτων, αναγκ. νόμων και ν.δ/των, που είχαν καταργηθεί με το άρθρο 41 παρ. 1 του Νόμ. 330/1976 θεωρούνται επίσης καταργημένες.
5.Ο Νόμ. 643/1977 “περί διασφαλίσεως της συνδικαλιστικής ελευθερίας των δημοσίων υπαλλήλων και περί του δικαιώματος της απεργίας αυτών”.
6.Όσες διατάξεις νόμων, δ/των και υπουργικών αποφάσεων είναι αντίθετες προς τις διατάξεις του παρόντος νόμου ή αναφέρονται σε θέματα ρυθμιζόμενα με αυτόν.
